Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

ΘΡΑΚΗ: «ΑΔΥΝΑΜΟΣ ΚΡΙΚΟΣ Ή ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ?»

Του Δρ. Ευριπίδη Στ. Στυλιανίδη

1. Η ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ

Η μειονότητα στη Θράκη χαρακτηρίζεται ως «θρησκευτική» και προσδιορίζεται ως «μουσουλμανική» από τη Συνθήκη της Λωζάννης, όπως προβλέπει το
διεθνές δίκαιο.

Η Ελλάδα είναι ένα από τα πρώτα κράτη στον κόσμο που αναγνώρισε το δικαίωμα του ατομικού αυτοπροσδιορισμού. Αυτό δίνει τη δυνατότητα σε
κάθε Έλληνα πολίτη, μέλος της μειονότητας να αυτοπροσδιορίζεται όπως αυτός αισθάνεται, κάτι όμως που δε μπορεί να μεταβάλει το χαρακτήρα και το θεσμικό προσδιορισμό της μειονότητας ως «Θρησκευτικής Μουσουλμανικής Μειονότητας».

Η διευκρίνιση αυτή καθίσταται σκόπιμη, διότι απαντά στη σταθερή επιδίωξη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, να μεταβάλει το περιεχόμενο της Συνθήκης της Λωζάννης επιβάλλοντας τον όρο «Εθνική Τουρκική Μειονότητα», μια που αυτός τη διευκολύνει στις επιδιώξεις της για «τουρκοποίηση» όλων των εθνοτικών ομάδων που τη συναποτελούν.

Η τουρκική αυτή πολιτική έρχεται σε αντίθεση τόσο με το περιεχόμενο της Συνθήκης που υπέγραψαν Κεμάλ Αττατούρκ και Ελευθέριος Βενιζέλος, όσο και το διεθνές δίκαιο.

Το ίδιο το κείμενο αποστομώνει τους σύγχρονους αμφισβητίες του σε δύο σημεία:

1. Υιοθετεί την Αρχή της Αμοιβαιότητας, όσον αφορά στους «Μουσουλμάνους της Θράκης» και στους «Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου».
2. Ομιλεί στο ελληνικό αντίτυπο για «μουσουλμανικές» και όχι για «μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης», αποδεχόμενο έστω και υπαινικτικά την ύπαρξη διαφορετικών εθνοτικών ομάδων που συναποτελούν τη μειονότητα.

Οι ομάδες αυτές είναι:
α) Οι τουρκογενείς μουσουλμάνοι (θρησκεία: Ισλάμ, καταγωγή: Οθωμανική – Τουρκική, γλώσσα: τουρκική)
β) Οι Πομάκοι (θρησκεία: Ισλάμ, καταγωγή: αρχαιοθρακική, γλώσσα: πομακική)
γ) Οι Αθίγγανοι (θρησκεία: Ισλάμ ή Ορθόδοξοι Χριστιανοί, καταγωγή: Rom, γλώσσα: αθιγγανική)

Η άρνηση της ύπαρξης των τριών ομάδων από την τουρκική πολιτική και η στην πράξη προσπάθεια ενιαιοποίησης – τουρκοποίησης της μειονότητας με διάφορα μέσα, αποτελεί ευθεία παραβίαση της συνθήκης, που προσκρούει και στους ευρωπαϊκούς κανόνες για προστασία των ιδιαίτερων πολιτισμικών, γλωσσικών και εθνοτικών μειονοτήτων.
Αυτό αποδεικνύεται τόσο από τη χρήση του όρου «τουρκική» για το σύνολο της μειονότητας, όσο και από τις πρόσφατες τουρκικές αντιδράσεις στην υπόθεση της ακτιβίστριας Σαμπιχά, που ευθέως και διεθνώς αυτοπροσδιορίζεται ως εκπρόσωπος των Αθιγγάνων στην περιοχή.

Αυτό που αναδεικνύεται κύρια ως ανάγκη σήμερα στη Θράκη δεν είναι αυτή καθ’ αυτή η προστασία της μουσουλμανικής μειονότητας, αλλά η προστασία «των μειονοτήτων εντός της μειονότητας» (Πομάκων και Αθιγγάνων), που κινδυνεύουν εξαιτίας της αδιαφορίας της ελληνικής πολιτείας και της παρεμβατικότητας της τουρκικής πολιτικής, να χάσουν την εθνοτική, πολιτισμική τους ταυτότητα.

2. Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΝΗΣ

90 χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης, είναι προφανές ότι η Τουρκία ωμά παραβίασε τη βασική αρχή που προσδιόρισε τη Συνθήκη, την Αρχή της Αμοιβαιότητας.
90.000 Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου μετά το πογκρόμ του 1955 ξεριζώθηκαν βίαια από την περιοχή με αποτέλεσμα σήμερα να παραμένουν εκεί λιγότεροι από 3.000 γέροντες.
Δεν αποδόθηκε ποτέ το καθεστώς αυτονομίας της Ίμβρου και της Τενέδου όπως προβλέπονταν στο άρθρο 14 της Συνθήκης. Κατασχέθηκαν βακούφια και ελληνικές περιουσίες. Περιορίστηκε ο ρόλος και η δραστηριότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Έκλεισαν σχολεία, καταστράφηκαν εκκλησίες και βεβηλώθηκαν μνημεία και νεκροταφεία…
Η Ελλάδα ενσυνείδητα δεν παρακολούθησε αυτή τη συμπεριφορά, αλλά παρά το τίμημα που πλήρωσε προηγουμένως από την εξολόθρευση και το διωγμό 250.000 Ελλήνων από τη Θράκη, παρά τη συνεχιζόμενη καταπάτηση της Συνθήκης της Λωζάννης στην ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, παρέμεινε αμετακίνητα προσηλωμένη στα ιδανικά και τις αξίες του ανθρωποκεντρικού πολιτισμού της και της δημοκρατίας.
Σεβάστηκε τη Συνθήκη. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από την αύξηση της μουσουλμανικής μειονότητας στη δυτική Θράκη από 85.000 σε 120.000, με πλήρη απόλαυση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών της, χάρη και στις θετικές διακρίσεις που επεδίωξε η Ελλάδα εφαρμόζοντας μια Σύγχρονη Ευρωπαϊκή Μειονοτική Πολιτική.

3. ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΗΣ ΘΕΤΙΚΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ

Η συνεπής και σύγχρονη μειονοτική πολιτική της Ελλάδας στη Θράκη απομόνωσε σταδιακά κάθε φωνή, που ενίσχυε φανατισμούς, μίση και εθνικισμούς και έβαλε τις βάσεις για μια Ανοιχτή Ανθρωποκεντρική Κοινωνία, μια ισχυρή δημοκρατία και μια πολιτεία που σέβεται τους πολίτες της ανεξάρτητα από τη θρησκεία, την καταγωγή, τη γλώσσα ή τον πολιτισμό που εκπροσωπούν.

Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, που είναι σαφείς αποδείξεις της ορθότητας της, αναδεικνύουν τις αξίες του σύγχρονου πολιτισμού μας :

1. Αυξήθηκε ο μειονοτικός πληθυσμός από 85.000 σε 120.000, στοιχείο που αποδεικνύει την ποιότητα ζωής.
2. Η θρησκευτική ελευθερία αποδεικνύεται απ' την ελεύθερη λειτουργία περισσοτέρων τεμενών με θρησκευτικούς λειτουργούς και θεολόγους.
3. Το δικαίωμα στην παιδεία αποδεικνύεται απ' την αύξηση των 86 μουσουλμανικών σχολείων το 1923 σε πολύ περισσότερα σήμερα, πλήρως εκσυγχρονισμένα, με επάρκεια εκπαιδευτικών και εποπτικών μέσων.
4. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας αποδεικνύεται από την κατοχή και καλλιέργεια του 48% του αγροτικού κλήρου των νομών Ροδόπης και Ξάνθης από Μουσουλμάνους, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο απ' την πληθυσμιακή αντιστοιχία των σύνοικων στοιχείων. Επίσης απ' την ελεύθερη μεταβίβαση ιδιοκτησίας από Χριστιανούς προς Μουσουλμάνους.
5. Η ελευθερία της ενημέρωσης διασφαλίζεται απ' τη λειτουργία δορυφορικών αναμεταδοτών, που τοποθέτησε η Ελληνική πολιτεία για την αναμετάδοση και Τουρκόφωνων καναλιών καθώς και την ακώλυτη κυκλοφορία εκτός των άλλων και του Τουρκικού τύπου.
6. Η ελευθερία έκφρασης αποδεικνύεται απ' την έκδοση πολλών τουρκόφωνων ή πομακόφωνων εφημερίδων, καθώς και απ' την λειτουργία τουρκόφωνων ιδιωτικών καναλιών, τουρκόφωνης ζώνης στο πρόγραμμα της ΕΡΑ και ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών.
7. Τέλος, οι πολιτικές ελευθερίες (status activus) αποδεικνύονται από την ισότιμη συμμετοχή κάθε μουσουλμάνου σε οποιαδήποτε κοινωνική, συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα π.χ. υπάρχουν εκλεγμένοι στα επιμελητήρια, στους επιστημονικούς συλλόγους, στη νομαρχιακή και τοπική αυτοδιοίκηση, στο κοινοβούλιο καθώς και στα όργανα των πολιτικών κομμάτων.

Η Ελληνική πολιτεία ακολούθησε στη Θράκη μια πολιτική απολύτως εναρμονισμένη και σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη πιο προωθημένη από την Ευρωπαϊκή αντίληψη περί μειονοτήτων και ανοιχτής δημοκρατικής κοινωνίας.
Μία πολιτική που συστηματικά και σταδιακά στόχο έχει να απομονώνει κάθε εξτρεμιστική ή εθνικιστική φωνή απ' όπου και αν προέρχεται.
Μια πολιτική που αντέχει σε οποιαδήποτε σύγκριση. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι έχει επιτευχθεί το τέλειο .
 Η συνεχής αυτοκριτική διορθώνει αδυναμίες που συνήθως προκύπτουν από μεμονωμένες συμπεριφορές της διοίκησης ή της αγοράς.

 Η Ελλάδα όμως με σαφήνεια και αυστηρότητα έχει κατ' επανάληψη επιλέξει μια αντιρατσιστική στάση, που απηχεί την προσήλωση της πολιτείας στο Κράτος Δικαίου.
Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό το ότι η δημοκρατική πολιτεία στη Θράκη παρ' ότι κατ' επανάληψη προκαλείται από προβοκάτορες εθνικιστές της μιας ή της άλλης πλευράς , από θιασώτες του παντουρκισμού και του ξενόφερτου φονταμενταλισμού, από ανθρώπους που δεν διστάζουν να κερδοσκοπούν επενδύοντας πάνω στο μίσος και τον φανατισμό, δεν έχει υπαναχωρήσει, δεν έχει ενδώσει στο λαϊκισμό.
Τη στιγμή, που σε άλλα σημεία του πλανήτη ή της Βαλκανικής επιχειρούνται στη χαραυγή του 21ου αιώνα εθνικές εκκαθαρίσεις, εκδιώξεις, θρησκευτικοί περιορισμοί, γενοκτονίες, βάναυσες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η Ελλάδα έχει στην πράξη πετύχει αυτό, που η Ευρώπη ονειρεύεται για τον εαυτό της αύριο, δηλαδή μια ανοιχτή, διαπολιτισμική κοινωνία, όπου Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, Πομάκοι, Αθίγγανοι, Τουρκογενείς και Αρμένιοι ζουν όλοι μαζί ελεύθερα και ειρηνικά, ως Ευρωπαίοι πολίτες, έχοντας αποδείξει στην πράξη πως η σύνθεση διαφορετικών πολιτισμών μπορεί στις ημέρες μας να αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα και όχι πηγή προβλημάτων.
Στη Θράκη η κοινωνία του σύγχρονου Ελληνικού πολιτισμού πέτυχε εύκολα αυτό που επιχειρεί να πετύχει εδώ και χρόνια στις ΗΠΑ η Οικονομία της Αγοράς και στην Ενωμένη Ευρώπη οι κανόνες του Κράτους Δικαίου.

4. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΣΤΑΘΜΟΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ.

Εξαίρεση στο ελληνικό μοντέλο μειονοτικής πολιτικής αποτέλεσε η περίοδος της δικτατορίας κατά τη διάρκεια της οποίας, στο όνομα ενός ιδιότυπου εθνικισμού, επεβλήθησαν περιορισμοί και διακρίσεις που ευθέως παραβίασαν δικαιώματα και ελευθερίες της μουσουλμανικής μειονότητας, φαινόμενο που αυξήθηκε ιδιαίτερα μετά την παράνομη εισβολή και κατοχή της Τουρκίας στην Κύπρο.
Η ομαλοποίηση της κατάστασης και η στροφή σε μια πιο φιλελεύθερη κατεύθυνση ξαναξεκινά με τη μεταπολίτευση και κορυφώνεται σε τρεις «στιγμές - σταθμούς» για την πορεία της σύγχρονης Θράκης.
Πρώτος σταθμός είναι η μεταπολιτευτική πολιτική του Κωνσταντίνου Καραμανλή (1975 – 1980) που διακηρύχθηκε από τον ίδιο σε ανοιχτή συγκέντρωση στην Κομοτηνή και εδράζεται σε τρεις πυλώνες:
1. Ανάπτυξη – Θέσεις Εργασίας: με τη δημιουργία των βιομηχανικών ζωνών και τα πρόσθετα επενδυτικά κίνητρα στη Θράκη που παρά τις όποιες αστοχίες δημιούργησαν για πρώτη φορά βιομηχανική ανάπτυξη στην περιοχή.
2. Δημογραφική Ενίσχυση και Εθνική Ασφάλεια: με την εγκατάσταση των πρώτων ομογενών απ΄ την Τασκένδη, των Κυπρίων προσφύγων και κυρίως την ενίσχυση του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, καθώς και την έντονη παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων στην ακριτική ζώνη.
3. Ενσωμάτωση – Ένταξη της Μουσουλμανικής Μειονότητας στην τοπική κοινωνία και αγορά με πολιτικές κόντρα στο κλίμα και τη νοοτροπία της εποχής, χτύπησαν τις διακρίσεις και έδωσαν ευκαιρίες.

Δεύτερος σημαντικός σταθμός είναι το 1991 που ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διακηρύσσει σε Κομοτηνή και Ξάνθη την πολιτική «Ισονομίας και Ισοπολιτείας», ανατρέποντας πλήρως τα δεδομένα:

1. Αναιρεί στην πράξη κάθε είδους διοικητικό περιορισμό και διώκει κάθε μέτρο που στρέφεται κατά της μειονότητας, διευκολύνοντας την ισότιμη ένταξή της στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Θράκης.
2. Την ίδια στιγμή όμως αποθαρρύνει την πολιτική έκφραση του Εθνικιστικού Μειονοτικού Κόμματος του Σαδίκ (DEB) που υποστηρίζει τον «παντουρκισμό». Θεσπίζοντας το πλαφόν του 3%, που υποχρεώνει τους εκπροσώπους της μειονότητας να ενταχθούν ισότιμα στα κόμματα.
3. Ξεκαθαρίζει και οριστικοποιεί το status της μειονότητας ως «θρησκευτικής μουσουλμανικής», τη νομική προσωπικότητα του Μουφτή – Καδή ως Δημόσιας Αρχής και διευκολύνει τη διαχείριση της βακουφικής περιουσίας.
4. Ενθαρρύνει με ειδικές πολιτικές την ένταξη των μειονοτικών στο δημόσιο ή στην ελεύθερη αγορά εργασίας.
5. Κινητροδοτεί την ανάπτυξη στην περιοχή δημιουργώντας ένα νέο επενδυτικό ρεύμα, που συνοδεύεται και από τα πρώτα σημαντικά έργα υποδομής.
6. Ξεκινά την πολιτική μετεγκατάστασης των παλιννοστούντων ομογενών από την πρώην Σοβιετική Ένωση, ενισχύοντας δημογραφικά τη Θράκη.
Το συντονισμό της κυβερνητικής πολιτικής η Κυβέρνηση Μητσοτάκη τον αναθέτει στη Βιργινία Τσουδερού. Η πολιτική αυτή συνεχίζεται απ΄την Κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου προς την ίδια κατεύθυνση, με συντονιστή τα πρώτα χρόνια τον Αντώνη Λιβάνη και στη συνέχεια τον Γιάννη Καψή.

Συμβολή στην περαιτέρω φιλελευθεροποίηση κυρίως της μειονοτικής εκπαιδευτικής πολιτικής έχει ο Γιώργος Παπανδρέου ως Υπουργός Παιδειας, με κορύφωση θετικής διάκρισης τη θέσπιση του 0,05% για τη διευκόλυνση της εισαγωγής των Μουσουλμανοπαίδων στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση, ώστε να μη φεύγουν στην Τουρκία.
Τρίτος και κρισιμότερος σταθμός για τις θετικές εξελίξεις στη Θράκη υπήρξε η εφαρμογή από την Κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή (2004 – 2009), μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής υπό τον τίτλο:
«Θράκη: Πρότυπο Ανοιχτής Δημοκρατικής Κοινωνίας – Μοντέλο Εναλλακτικής Οικολογικής Ανάπτυξης».
Έχοντας την ευθύνη του συντονισμού αυτής της προσπάθειας αρχικά ως Υφυπουργός Εξωτερικών και στη συνέχεια ως Υπουργός Παιδείας, μπορώ να διαβεβαιώσω ότι:
Ο σχεδιασμός διαμορφώθηκε από κοινού με τους αιρετούς εκπροσώπους της ίδιας της μειονότητας.
Σεβάστηκε πλήρως τις διεθνείς συνθήκες, τις διμερείς συμφωνίες, την Ισλαμική παράδοση, αλλά και το ευρωπαϊκό αξιακό σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων.
Διακηρύχθηκε δημόσια το 2000 στην Κομοτηνή και μετά το 2004 εφαρμόστηκε μέχρι κεραίας από την Κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή.

Το στρατηγικό αυτό σχέδιο βασίστηκε σε τρεις πυλώνες:

1. Ανάπτυξη για όλους:

Η Ελληνική Πολιτεία με στοχευμένες αναπτυξιακές πολιτικές που συνέβαλαν στη βελτίωση των υποδομών (Εγνατία, Κάθετοι Άξονες, λιμάνια, αεροδρόμια κλπ.), στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της Θράκης (π.χ. φυσικό περιβάλλον, οικοσυστήματα, εμπορικό σταυροδρόμι, ενεργειακός κόμβος, πολυπολιτισμικότητα κλπ.), στις επενδύσεις και τη δημιουργία θέσεων εργασίας (Αναπτυξιακοί Νόμοι), στη δημογραφική ενίσχυση (εγκατάσταση παλιννοστούντων), στην πνευματική θωράκιση (ενίσχυση Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης) και στη συνεχή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου που διευκολύνει την απελευθέρωση και την ένταξη της μειονότητας στην τοπική αγορά και στην κοινωνία, γκρέμισε κάθε λογική χειραγώγηση και γκετοποίησης που υπήρχε στο παρελθόν.

2. Έμπρακτος σεβασμός στη θρησκευτική ελευθερία:

Η Ελληνική Πολιτεία σεβάστηκε διαχρονικά τη θρησκευτική ελευθερία της Μουσουλμανικής Μειονότητας στη Θράκη . Η Ελλάδα είναι από τα λίγα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ποτέ δεν αναγόρευσε σε πρόβλημα τα ήθη και τα έθιμα, τις συνήθειες και τα σύμβολα των Μουσουλμάνων. Την ώρα που «η μπούρκα» αποτέλεσε ζήτημα της κεντρικής πολιτικής αντιπαράθεσης στη Γερμανία και τη Γαλλία, στη Θράκη «ο φερετζές» των Μουσουλμανίδων είναι συνυφασμένος με την κοινωνική καθημερινότητα. Η μουσουλμανική μαντήλα αντιμετωπίζεται ως σύμβολο της θρησκευτικής καθημερινότητας και γίνεται απολύτως σεβαστή ακόμα και μέσα στα δημόσια σχολεία. Ότι σημαίνει για τα νέα χριστιανόπαιδα ο σταυρός, το ίδιο είναι και για τις μαθήτριες της μειονότητας η μαντήλα. Τα θρακιωτόπουλα κάθονται μαζί στο ίδιο θρανίο χωρίς η πίστη του ενός να ενοχλεί το άλλο κι αυτό είναι μια καταπληκτική εικόνα έμπρακτου αλληλοσεβασμού της κοινωνίας των νέων ανθρώπων.

Επιπρόσθετα η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που στο δικαιϊκό της σύστημα έχει πλήρως ενσωματωμένο το Ισλαμικό Δίκαιο (Σαρία), αρκεί αυτό να μην έρχεται σε σύγκρουση με το Εθνικό Σύνταγμα, τους νόμους του Κράτους και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Ο Μουφτής είναι ο δικαστής του οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, που εφαρμόζει τον Ιερό Νόμο προσαρμόζοντας όμως κατά κανόνα τις αποφάσεις του στο Ευρωπαϊκό και Εθνικό δικαιϊκό σύστημα. Οι αποφάσεις αυτές συχνά ελέγχονται και από την αστική δικαιοσύνη. Όλο αυτό το προοδευτικό σύστημα δεν εκπέμπει απλά αλληλοσεβασμό, αλλά λειτουργεί και «παιδαγωγικά» διότι συμβάλει στην εναρμόνιση του ισλαμικού πληθυσμού στην Ευρωπαϊκή και δημοκρατική κουλτούρα. Στην ανάπτυξη της μετριοπάθειας και της ευρωπαϊκής προσαρμογής των Μουσουλμάνων συμβάλλει και η καλή συνεργασία της Ελλάδας με τις πιο μετριοπαθείς θεολογικές εκφράσεις του αραβικού Ισλάμ, όπως είναι το Πανεπιστήμιο της Αιγύπτου Αλ Αζααρ και ο μεγάλος Ιμάμης του Καϊρου ή οι μεταρρυθμιστές της Ιορδανικής κυβέρνησης.

Ως Υφυπουργός των Εξωτερικών της Ελλάδας είχα τη δυνατότητα να επισκεφθώ τις δύο χώρες και στο Κάιρο να ευχαριστήσω τον Μεγάλο Ιμάμη για τη νοοτροπία, που εκπέμπει στους απόφοιτους του Πανεπιστημίου του, που είναι υπότροφοι από τη Θράκη. Επίσης μου δόθηκε η δυνατότητα σε συνεργασία με την κυβέρνηση της Ιορδανίας και τον Βασιλιά Αμπντάλα Β’, να αποστείλω κλιμάκιο Ελλήνων επιστημόνων προκειμένου να μελετήσει τις μεταρρυθμίσεις, που γίνονται στο ισλαμικό δίκαιο της Ιορδανίας προς την κατεύθυνση μεγαλύτερης μετριοπάθειας και περισσότερης δημοκρατίας κόντρα στον φανατισμό και τον φονταμενταλισμό.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα παρακολουθεί τις εξελίξεις σε όλες τις μουσουλμανικές χώρες και συνειδητά επιλέγει τα πιο μετριοπαθή και προοδευτικά μοντέλα, που διευκολύνουν την Ευρωπαϊκή προσαρμογή της μουσουλμανικής μειονότητας. Οι Μουφτήδες της Θράκης είναι διορισμένοι όπως στα περισσότερα μουσουλμανικά κράτη, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στην παράδοση του Ισλάμ αλλά και στο γεγονός ότι βάση του Ελληνικού νόμου αποτελούν Δημόσια Αρχή που ασκεί και δικαστική εξουσία.

Οι απόψεις, που υποστηρίζουν την εκλογή, είναι σαφές ότι εκπορεύονται από πολιτικές ή εθνικιστικές σκοπιμότητες και έρχονται σε αντίθεση με την ιερή παράδοση του Ισλάμ καθώς και με το Ελληνικό δίκαιο. Επίσης, οι απόψεις που πυκνώνουν τον τελευταίο καιρό υπέρ της κατάργησης της «Σαρία» στη Θράκη, όσο κι αν προβάλλονται σαν προοδευτικές από τους εκφραστές τους, είναι μάλλον παρεμβατικές και αντιδημοκρατικές, όσον αφορά την εσωτερική λειτουργία των μουσουλμάνων. Σε μια δημοκρατική κοινωνία σαν την Ελληνική η κατάργηση της «Σαρία» και του «Φερετζέ» είναι ζήτημα, που αφορά την ίδια τη μειονότητα και δεν επιτρέπεται να επιβάλλεται διά νόμου από το κράτος, όπως στην Κεμαλική Τουρκία.
Ιδιαίτερα όταν το μοντέλο αυτό έχει αποδειχθεί διαχρονικά επιτυχημένο, διότι δίνει στο άτομο την ελευθερία επιλογής, δεν έχει δημιουργήσει συγκρούσεις, φανατισμούς ή ακρότητες και έχει συμβάλει στην ανάπτυξη της ανοχής στη διαφορετικότητα, διευκολύνοντας την ενίσχυση της μετριοπάθειας και την ομαλή ένταξη των Μουσουλμάνων στη δημοκρατική ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
Η ελληνική πολιτεία απέδειξε έμπρακτα το σεβασμό της στη Θρησκευτική Ελευθερία στη Θράκη. Αυτό προκύπτει εκτός των άλλων και από τη λειτουργία 284 τζαμιών με 437 θρησκευτικούς λειτουργούς και 30 θεολόγους.

Η κυβέρνηση Καραμανλή προχώρησε:
Στη χαριστική ρύθμιση των χρεών εκατομμυρίων ευρώ προς το δημόσιο της βακουφικής περιουσίας.
Στην ψήφιση νόμου για την καλύτερη και διαφανέστερη διαχείριση και αξιοποίηση της βακουφικής περιουσίας μετά από συνεννόηση με τους ίδιους τους αιρετούς εκπροσώπους της Μουσουλμανικής Μειονότητας.
Στη θεσμοθέτηση της πρόσληψης στο Ελληνικό δημόσιο εκατοντάδων ιεροδιδασκάλων-ιμάμηδων, ώστε να αντιμετωπίζονται όπως οι χριστιανοί συνάδελφοι τους. Δηλαδή, να προσλαμβάνονται από τους Μουφτήδες με μισθοδοσία και ασφάλιση του δημοσίου και να υπάγονται στο Υπουργείο Παιδείας και όχι σε μαύρες χρηματοδοτήσεις που υπέτασσαν τη θρησκεία στην πολιτική.
Επίσης, το Ελληνικό κράτος εξέδωσε την τελευταία δεκαετία οικοδομικές άδειες ανέγερσης ή ανακατασκευής για πάνω από 31 τεμένη στη Θράκη συχνά και κατά παρέκκλιση των πολεοδομικών περιορισμών.
Ειδική μέριμνα λαμβάνεται συστηματικά και για την συντήρηση και ανάδειξη ιστορικών ισλαμικών μνημείων.

Η ανοιχτή κοινωνία που αναπτύσσεται στη Θράκη δεν επιδιώκει την αφομοίωση αλλά την ενσωμάτωση των Μουσουλμάνων στη ευρωπαϊκή κοινωνία. Δεν στοχεύει στην κατάργηση της διαφορετικότητας, αλλά στην ανάπτυξη του αλληλοσεβασμού. Ενός όμως αλληλοσεβασμού, που δεν αφορά μόνο στη σχέση μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων, αλλά και στη σχέση διαφορετικών Μουσουλμανικών δογμάτων ή ομάδων μεταξύ τους όπως είναι για παράδειγμα οι παλαιομουσουλμάνοι, οι Μπεκτασήδες, οι νεομουσουλμάνοι και άλλοι.
Είναι απαράδεκτο να εκδηλώνονται ενέργειες, που κατευθύνονται σαφώς από ακραίους κύκλους της τουρκικής πολιτικής και αποσκοπούν στην τουρκοποίηση των άλλων μουσουλμανικών ομάδων, όπως οι Πομάκοι ή οι Rom (αθίγγανοι), χρησιμοποιώντας ως εργαλείο, αρχικά τη θρησκεία και σταδιακά τη γλώσσα.
Η Ελλάδα πιστεύει απόλυτα ότι όποιος ζητά σεβασμό στα μειονοτικά δικαιώματα θα πρέπει πρωτευόντως ο ίδιος να σέβεται τις ιδιαιτερότητες και τα δικαιώματα των άλλων εθνοτικών και πολιτιστικών μουσουλμανικών υποομάδων της μειονότητας, όπως είναι οι Πομάκοι και οι Rom. Και οι μειονότητες της μειονότητας έχουν αναγνωρισμένα δικαιώματα στον αυτοπροσδιορισμό και στη διαφορετικότητα.

3. Αποτελέσματα μιας σύγχρονης εκπαιδευτικής πολιτικής:

Στην περιοχή της Θράκης κατοικούν περίπου 120.000 Μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες, που αντιστοιχούν γύρω στο 1% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Η Ελληνική Πολιτεία τις τελευταίες δεκαετίες έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση, θεωρώντας ότι αυτή είναι το ασφαλέστερο όχημα για την ένταξη των νέων μουσουλμάνων στην ελληνοευρωπαϊκή πραγματικότητα. Μια σύγχρονη παιδεία εξουδετερώνει φονταμενταλιστικές ή εθνικιστικές λογικές και διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες στους μειονοτικούς πληθυσμούς εδραιώνοντας το πρότυπο μιας ανοιχτής δημοκρατικής κοινωνίας στη Θράκη.
Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων δεν έμεινε εγκλωβισμένο στην Αρχή της Αμοιβαιότητας, που περιγράφονταν στη συνθήκη της Λωζάννης, δεν την παραβίασε, αλλά προχώρησε στην ευρωπαϊκή πολιτική της θετικής διάκρισης. Χωρίς να παρακολουθεί τις εθνικιστικές και αναχρονιστικές πολιτικές, που συστηματικά εφήρμοσε επί μακρόν η Τουρκική πολιτική στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, προχώρησε τα τελευταία χρόνια επιθετικά στην εδραίωση ενός Ευρωπαϊκού μοντέλου εκπαίδευσης, που διασφαλίζει στην πράξη τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες για το πέρασμα σε μια ανοιχτή κοινωνία ανοχής και αλληλοσεβασμού.

Το σχολικό έτος 2008-2009 στη Θράκη λειτουργούσαν 194 μειονοτικά δημοτικά σχολεία (τώρα 173, μετά τις συγχωνεύσεις λόγω κρίσης). Τα περισσότερα από αυτά (145) είναι σε ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές και δεν έχουν τον ελάχιστο αριθμό μαθητών, που απαιτείται από το νόμο για τη λειτουργία τους. Παρ’ όλα αυτά η πολιτεία συνεχίζει τη λειτουργία τους για να διευκολύνει τους μαθητές, που σε άλλη περίπτωση θα ήταν υποχρεωμένοι να μετακινούνται σε άλλα σχολεία. Ειδικά προγράμματα εφαρμόζονται εδώ και αρκετά χρόνια για να διευκολύνουν τους μαθητές της μειονότητας να μάθουν την ελληνική γλώσσα, μέσα από ειδικά γραμμένα για αυτούς βιβλία. Σε μειονοτικές περιοχές της Θράκης λειτουργούν 65 νηπιαγωγεία. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση λειτουργούν δύο μειονοτικά Γυμνάσια- Λύκεια στην Κομοτηνή και στην Ξάνθη αντιστοίχως. Τα ιεροσπουδαστήρια ακολουθούν το πρόγραμμα των δημοσίων σχολείων, ενώ παράλληλα εκπαιδεύουν τους μαθητές για να αναλάβουν ιερατικά καθήκοντα στα ισλαμικά τεμένη. Μεγάλος αριθμός μουσουλμάνων μαθητών επιλέγει να παρακολουθήσει τη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Το 2008-09 φοιτούσαν 4.650 μαθητές και μαθήτριες σε δημόσια Γυμνάσια, Γενικά και Επαγγελματικά Λύκεια της Θράκης σε σχέση με τους 3.115 μαθητές και μαθήτριες, που φοίτησαν το 2001-02 (αύξηση 49%). Από το 2007-08 έχει ενταχθεί πιλοτικά σε Γυμνάσια και Λύκεια της Ξάνθης και της Ροδόπης το μάθημα της τουρκικής γλώσσας. Είναι εντυπωσιακό ότι οι γονείς και οι μαθητές τους συνειδητά επιλέγουν όλο και περισσότερο τη στροφή από τη μειονοτική στη δημόσια εκπαίδευση. Αυτό αποδεικνύει τον αυξανόμενο βαθμό εμπιστοσύνης των μειονοτικών προς την Ελληνική πολιτεία και παράλληλα επιβεβαιώνει την ισχυρή επιθυμία των πολιτών της μειονότητας να ενταχθούν πλήρως στην Ευρωπαϊκή κοινωνία και την τοπική αγορά.
Κινητροδοτικά προς αυτή την κατεύθυνση λειτουργεί η επέκταση του μέτρου, που δίνει την δυνατότητα εισόδου των Μουσουλμάνων μαθητών, που αποφοιτούν όχι μόνο από Γενικά αλλά και από Επαγγελματικά Λύκεια στα ΑΕΙ της χώρας κατά 0,5%.

Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση

Η περίοδος 2004-2009 υπήρξε ιδιαιτέρως αποτελεσματική όσον αφορά στην εφαρμογή μιας σύγχρονης ευρωπαϊκού προσανατολισμού μειονοτικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Με πρωτοβουλία και του γράφοντος ως Υφυπουργού Εξωτερικών ή αργότερα Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ιδρύθηκαν μετά το 2004 τα 33 από τα συνολικά 65 νηπιαγωγεία, που λειτουργούν στη Θράκη στους Νομούς Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου για τους Μουσουλμάνους μαθητές.
Λειτούργησαν 96 ολοήμερα μειονοτικά σχολεία με 196 τμήματα, δηλαδή από το 2004 και μετά αυξήθηκαν κατά 427% τα ολοήμερα μειονοτικά σχολεία και κατά 340% τα αντίστοιχα τμήματα. 80 νέες οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών του μειονοτικού προγράμματος προστέθηκαν στις ήδη υπάρχουσες 250 οργανικές θέσεις (αύξηση κατά 32%). Την περίοδο 2004-08 προσελήφθηκαν 111 μόνιμοι νέοι Μουσουλμάνοι εκπαιδευτικοί (αύξηση κατά 208% σε σχέση με την προηγούμενη τετραετία). Επιπλέον, το 2008-09 προσελήφθησαν συμπληρωματικά 173 Μουσουλμάνοι εκπαιδευτικοί ως αναπληρωτές. Αυξήθηκε η συμμετοχή των Μουσουλμάνων μαθητών στα ολοήμερα μειονοτικά σχολεία σε ποσοστό 145,40% στα τελευταία πέντε χρόνια. 46% αυξήθηκαν κατά την τελευταία τετραετία οι δαπάνες μισθοδοσίας εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και ανέρχονται σε 24.038.000 ευρώ το 2008 από 16.453.000 ευρώ το 2003-04. Οι λειτουργικές δαπάνες που καταβάλλονται από το Υπουργείο Παιδείας στις αιρετές σχολικές εφορείες των μειονοτικών σχολείων αυξήθηκαν από 1.115.000 ευρώ το 2004 σε 1.923.000 ευρώ το 2008, ποσοστό 72,46%.
 Για την αντιμετώπιση της σχολικής διαρροής σε ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες Μουσουλμάνων έχουν δαπανηθεί τα τελευταία πέντε έτη (2004 – 2009),1.200.000 ευρώ. Διανέμονται ετησίως δωρεάν σε όλους τους μαθητές της μειονοτικής εκπαίδευσης 55 τίτλοι ελληνόγλωσσων βιβλίων και 37 τίτλοι τουρκόγλωσσων βιβλίων σε 38.000 αντίτυπα.

Στο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων:

Δαπανήθηκαν 9.640.000 ευρώ κατά την περίοδο 1996-2004 και 7.350.000 ευρώ την περίοδο 2004-08.
Εκδόθηκαν 55 τίτλοι για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας.
Μετεκπαιδεύθηκαν και απασχολήθηκαν στο πρόγραμμα 800 εκπαιδευτικοί.
Επιμορφώθηκαν με Ειδικές Κινητές Μονάδες εκατοντάδες Μουσουλμάνοι μαθητές ιδίως σε ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές.

Δευτεροβάθμια εκπαίδευση

Το πιο κρίσιμο στάδιο για την πλήρη εκπαιδευτική ένταξη και κοινωνική ενσωμάτωση των μουσουλμανοπαίδων είναι η φάση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σε αυτή τη φάση εμφανίζονταν επί δεκαετίες τα υψηλότερα ποσοστά σχολικής διαρροής, που αφορούσαν κυρίως τις μαθήτριες. Οι γυναίκες, στην επί δεκαετίες κλειστή και συντηρητική μουσουλμανική κοινωνία, αποθαρρύνονταν για μία σειρά από λόγους να στραφούν στην εκπαίδευση.
Τα τελευταία χρόνια η εξέλιξη της θρακιώτικης κοινωνίας, σε συνδυασμό με τις επίμονες προσπάθειες της ελληνικής πολιτείας, άρχισαν να αντιστρέφουν αυτή την τάση. Το ελληνικό κράτος αύξησε το 2008 κατά 102% τις δαπάνες για τη μεταφορά μουσουλμάνων μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, προκειμένου να κινητροδοτήσει κυρίως τις μουσουλμανίδες, τουρκογενείς ή Πομάκες, των απομακρυσμένων και ορεινών οικισμών να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Γυμνάσιο και το Λύκειο. Το ΥΠΕΠΘ δέχθηκε τη θετική εξαίρεση της βάσης του 10 για τα παιδιά της μειονότητας, ώστε να διευκολύνει την πρόσβασή τους στην ανώτατη εκπαίδευση. Επίσης, επεξέτεινε την ποσόστωση 0,5% για τα μουσουλμανόπαιδα κατά την εισαγωγή τους στα ΑΕΙ από τα Γενικά Λύκεια, που ίσχυε μέχρι τότε, και για τα ΕΠΑΛ και τις ΕΠΑΣ, όπως και για τους αποφοίτους των ΤΕΕ.
Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η πλήρης εκπαιδευτική ένταξη της μειονότητας ξεκίνησε η πιλοτική διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας στα δημόσια Γυμνάσια και Λύκεια. Μέτρο που στην αρχή πολεμήθηκε συστηματικά από αναχρονιστικούς και φοβικούς κύκλους της τουρκικής πολιτικής, που θεώρησαν ότι χάνουν την επιρροή τους σε ένα ζωντανό κομμάτι των μουσουλμάνων της Θράκης. Με την ενθαρρυντική αυτή πολιτική η Ελλάδα πέτυχε τα έτη 2008-2009 να καταπολεμήσει ιδιαίτερα τη σχολική διαρροή των μουσουλμανοπαίδων μαθητριών επιτυγχάνοντας αύξηση εγγραφών στα Γυμνάσια κατά 33% και στα Λύκεια της Θράκης κατά 195%.
Ειδική πολιτική το ίδιο διάστημα ακολουθήθηκε για το τμήμα των μουσουλμανοπαίδων Αθιγγάνων, όπου δόθηκαν επίσης πρόσθετα κίνητρα με ειδικές πολιτικές για την αντιμετώπιση της σχολικής διαρροής, που είναι ιδιαίτερα έντονη.

Ανώτατη Εκπαίδευση

Οι μουσουλμάνοι μαθητές της Θράκης παγίως κατά το παρελθόν επέλεγαν για σπουδές τα τουρκικά Πανεπιστήμια, ενώ ένας σημαντικό ποσοστό κυρίως θρησκευόμενων Πομάκων εστρέφετο σε άλλες μουσουλμανικές χώρες. Η Τουρκία ενθάρρυνε και κινητροδοτούσε με διάφορους τρόπους αυτή τη ροή, επενδύοντας πάνω στην παραγωγή μίας νέας γενιάς επιστημόνων, στους οποίους καλλιεργούσε το τουρκικό φρόνημα και στη συνέχεια τους προσανατόλιζε στο να επιστρέψουν στη Θράκη.
Η κατάσταση αυτή αρχίζει να ανατρέπεται από την ώρα που οι ελληνικές κυβερνήσεις παίρνουν την πρωτοβουλία με απόφαση του Γιώργου Παπανδρέου, να υιοθετήσουν τη θετική διάκριση στην εισαγωγή στα Πανεπιστήμια με ποσοστό 0,5%.
Στοιχείο που εκείνη την εποχή θεραπεύει την υστέρηση που εντοπίζονταν στη γνώση της ελληνικής γλώσσας.
Η πολιτική αυτή που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, είχε ως αποτέλεσμα να ανοίξουν οι πόρτες των ελληνικών ΑΕΙ με αποτέλεσμα χριστιανοί και μουσουλμάνοι να συναντηθούν σε μια γόνιμη εκπαιδευτική προσπάθεια που θα οδηγήσει στη διαμόρφωση ελεύθερων συνειδήσεων, που δε χειραγωγούνται από τις εξουσίες και θα εδραιώσει μια νέα νοοτροπία μέσα από μια σύγχρονη παιδεία.
Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκε τα τελευταία χρόνια η Ελληνική Πολιτεία με εξαιρετική επιτυχία. Εκτινάχθηκε το ποσοστό συμμετοχής των μουσουλμανοπαίδων που επέλεξαν να σπουδάσουν στα ελληνικά Πανεπιστήμια και ΤΕΙ. Αυξήθηκε 168% τα τελευταία πέντε χρόνια, διαμορφώνοντας μία νέα δυναμική γενιά, έτοιμη να συμβάλει στην εδραίωση σύγχρονων αντιλήψεων, που θα κλείνουν την πόρτα στους φανατισμούς, τους εθνικισμούς και τους φονταμενταλισμούς και θα προωθούν μία καινούρια ευρωπαϊκή νοοτροπία. Μία νοοτροπία, που θα μεταβάλει τη διαφορετικότητα από μειονέκτημα του χθες σε συγκριτικό πλεονέκτημα του αύριο.
Με αυτή τη νοοτροπία και την αντίληψη η μουσουλμανική μειονότητα και οι επί μέρους πολιτισμικές ή εθνοτικές της υποομάδες είναι βέβαιον ότι θα λειτουργήσουν ως γέφυρα συνεργασίας με γειτονικές αγορές και φιλίας και συνεννόησης με γειτονικές κοινωνίες.

5 ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΧΩΡΙΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ

Η οικονομική κρίση μετά το 2009 δεν άφησε ανεπηρέαστη τη Θράκη, παρότι ο βασικός προσανατολισμός της ελληνικής πολιτείας στα θέματα μειονοτικής πολιτικής παρέμεινε σταθερός στη φιλελεύθερη κατεύθυνση.
Οι περιοριστικές οικονομικές πολιτικές, συνδυασμένες με λάθη και αστοχίες της πολιτείας είχαν ως συνέπεια την εκτίναξη της ανεργίας και τη δημογραφική απογύμνωση της περιοχής, κυρίως από το χριστιανικό πληθυσμό.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα εσφαλμένων επιλογών είναι:
Η λάθος αρχιτεκτονική του αυτοδιοικητικού νόμου του Καλλικράτη, που σε πολλές περιοχές π.χ. Δήμος Ιάσμου, επέλεξε τα μικροκομματικά και όχι τα αναπτυξιακά ή πολιτισμικά κριτήρια με σημαντικές επιπτώσεις στην πληθυσμιακή απερήμωση κυρίως του χριστιανικού πληθυσμού.
Η μείωση φοιτητών και διδασκόντων του Δ.Π.Θ. με την παράλληλη συρρίκνωση των χρηματοδοτήσεων, καθήλωσαν την επιτυχέστερη επένδυση που έγινε διαχρονικά στη Θράκη.
Το κλείσιμο των Σχολών Αστυνομίας και η μετατροπή τους σε Κέντρα Κράτησης Παράνομων Μεταναστών, κλόνισε το αίσθημα της ασφάλειας των πολιτών και απομείωσε κατά 4.500 νέους τους κατοίκους της περιοχής, με επιπτώσεις ακόμα και στην εκλογική και δημογραφική ισορροπία μεταξύ των σύνοικων στοιχείων.
Η κατάργηση των προνοιακών επιδομάτων των παλιννοστούντων Ποντίων οδηγεί σε μετανάστευση ακόμα και τους τελευταίους ανασφάλιστους γέροντες, ακυρώνοντας την ακριβή πολιτική εγκατάστασης που ακολουθήθηκε στη Θράκη μετά το 1991.
Τέλος, η ασυνέπεια και η ασυνέχεια του κράτους έναντι των τοπικών επιχειρήσεων, έπληξαν καίρια τη ρευστότητα και άρα τη βιωσιμότητα τους (π.χ. μη καταβολή του 12% συμμετοχής στο κόστος απασχόλησης από το 2010), με συνέπεια την κατάρρευση των εναπομεινασών επιχειρήσεων, την έκρηξη της ανεργίας και τη διόγκωση της μετανάστευσης, κυρίως των νέων.

Όλη αυτή η κατάσταση καθίσταται εκρηκτική, διότι:
α) απογυμνώνει τη Θράκη από το πιο νέο και δυναμικό κομμάτι του πληθυσμού της.
β) αλλοιώνει πλήρως τη δημογραφική ισορροπία μεταξύ των σύνοικων στοιχείων, Χριστιανών και Μουσουλμάνων, εις βάρος των πρώτων.
και
γ) ανοίγει ορέξεις σε ελληνικά και κυρίως ξένα εθνικιστικά κέντρα να επαναφέρουν διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος, διχάζοντας την τοπική κοινωνία και ακυρώνοντας τη μεγάλη προσπάθεια που έκαναν οι Θρακιώτες –Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι- επί δεκαετίες, προκειμένου να χτίσουν μια Ανοιχτή Δημοκρατική Κοινωνία.

Την κατάσταση αυτή που διαμορφώθηκε μετά το 2009, έσπευσε να εκμεταλλευτεί με την επανεμφάνισή του το κόμμα Κ.Ι.Ε.Φ. (DEB), του αείμνηστου παντουρκιστή Αχμέτ Σαδήκ.
Το κόμμα αυτό, που από το 1990, μετά την ψήφιση του πλαφόν του 3% στον εκλογικό νόμο, παρέμενε εν υπνώσει λειτουργώντας απλώς ως Μη Κυβερνητική Οργάνωση, επανενεργοποιήθηκε για να μετρήσει την τοπική εκλογική δύναμη της μειονότητας στους νομούς Ροδόπης, Ξάνθης και Έβρου χωρίς τους ετεροδημότες που ζουν στην Τουρκία (μετακινήθηκαν μόνο 700 άτομα στις Ευρωεκλογές 2014) καθώς και τη δύναμη χειραγώγησης που μπορεί να ασκήσει το Γενικό Προξενείο της Τουρκίας στην Κομοτηνή.

Όπως αποτυπώθηκε στα αποτελέσματα:

Το Κόμμα Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας (Κ.Ι.Ε.Φ. - DEB) έλαβε 42.620 ψήφους πανελλαδικά, με ποσοστό 0,71%.
Στη Ροδόπη: Κ.Ι.Ε.Φ.: 25.857 ψήφους (41,68%), Ν.Δ.: 10.182 (16,41% - 2ο κόμμα)
Στην Ξάνθη: Κ.Ι.Ε.Φ.: 15.378 ψήφους (25,89%), Ν.Δ.: 10.447 (17,59% - 2ο κόμμα)
Στον Έβρο: Κ.Ι.Ε.Φ.: 1.220 ψήφους (1,45%)
Συνολικά στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, το Κ.Ι.Ε.Φ. έλαβε 42.533 ψήφους (12,23%) και αναδείχθηκε 3ο κόμμα.
Η δύναμη χειραγώγησης της μειονότητας κυμάνθηκε από 70% έως 90%.

Όπως επισημαίνουν ντόπιοι, αλλά και ξένοι αναλυτές:
«…μπορεί από το συγκεκριμένο κόμμα να προτάσσεται ως προτεραιότητα η αντιμετώπιση των ζητημάτων της μειονότητας, αυτό όμως είναι πλέον η πρόφαση και όχι η αιτία της ύπαρξης του μετά τις μεταρρυθμίσεις που έχουν συντελεστεί στη Θράκη τις τελευταίες δεκαετίες.
Κύριος λόγος ύπαρξής του είναι η συσπείρωση της μειονότητας, η ενίσχυση μέσω αυτού, της τουρκικής επιρροής πάνω της, η συνέχιση της προσπάθειας τουρκοποίησης των άλλων εθνοτικών ομάδων (Πομάκων και Ρομά), η χειραγώγηση της εκλογικής της συμπεριφοράς ώστε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις, όχι μόνο πληθυσμιακής αλλά και εκλογικής κυριαρχίας στην περιοχή, τόσο σε αυτοδιοικητικό όσο και σε κοινοβουλευτικό επίπεδο.»

Ως διακηρυγμένη επιδίωξη του Κ.Ι.Ε.Φ. (DEB), δεν αποτυπώνεται μια «Αυτονομιστική Πολιτική στη Θράκη», όπως γίνεται συχνά και συστηματικά από τις οργανώσεις «Τούρκων Δυτικής Θράκης».
Είναι εμφανής όμως, η διάθεση εκλογικής κυριαρχίας με την εκλογή τριών μουσουλμάνων βουλευτών στις τρεις έδρες της Ροδόπης και δύο μουσουλμάνων στην Ξάνθη.
Κάτι τέτοιο αν επισυμβεί, όπως λένε οι αναλυτές «…δε θα αποστερήσει απλώς τη δίκαιη και ισόρροπη εκπροσώπηση των σύνοικων στοιχείων, επαναφέροντας διαχωριστικές γραμμές, φανατισμούς και εθνικισμούς. Αλλά θα μεταβάλει και τη βάση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στη Θράκη, η οποία θα αρχίσει να θέτει θεσμικά ζητήματα ΣΥΝΔΙΟΙΚΗΣΗΣ…» και όλα αυτά, μέσα σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον.

6. ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΣΥΣΤΑΣΗ ΔΙΑΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ & ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Η Ελληνική Πολιτεία δε δικαιούται πλέον να αδιαφορεί την ώρα που κάποιοι μετρούν δυνάμεις στη Θράκη, προκειμένου να φανατίσουν «εθνικιστικά», να χρησιμοποιήσουν πολιτικά τη θρησκεία, να χειραγωγήσουν την ψήφο των μειονοτικών πολιτών και να διχάσουν μια κοινωνία που είχε αρχίσει να βρίσκει την ταυτότητά και το βηματισμό της προς την Ευρώπη.
Η αφύπνιση του ελληνικού πολιτικού κόσμου είναι αναγκαία. Τα πολιτικά κόμματα έχουν χρέος να συνεννοηθούν επιτέλους μεταξύ τους στη βάση μιας «Εθνικής Πολιτικής για την Ανάπτυξη και την Ανάδειξη της Θράκης», γι αυτό και κατέθεσα πρόσφατα σχετική πρόταση για τη σύσταση «Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής για τη Θράκη» , στον Πρόεδρο του Ελληνικού Κοινοβουλίου, κ. Ευάγγελο Μεϊμαράκη.

Η δημογραφική ενίσχυση της περιοχής, η αποθάρρυνση λαϊκισμών και εθνικισμών, η αποτροπή της χειραγώγησης της μειονότητας από ξένα κέντρα και η αποκατάσταση της ελεύθερης και δημιουργικής συμβίωσης των σύνοικων στοιχείων περνά μέσα από την ουσιαστική συνεννόηση πολιτείας και τοπικής κοινωνίας, την ειλικρινή συνεργασία όλων των πολιτικών δυνάμεων που πιστεύουν στις δυνατότητες των Θρακιωτών και στην αναπτυξιακή προοπτική της Θράκης.

απο το  http://taxalia.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου