Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Προβληματισμοί και αναθεωρήσεις στο Λουξεμβούργο

Αυτό που απασχόλησε την μυστηριώδη σύσκεψη μελών του Eurogroup με «ανακρινόμενο» τον Έλληνα υπουργό Γιώργο Παπακωνσταντίνου, ήταν το ζήτημα της διαχείρισης της κρίσης του ελληνικού χρέους σε συνάρτηση με την επιδιωκόμενη σταθερότητα του ευρώ.

Και αυτό παρότι η έκτακτη σύσκεψη έγινε μετά από αίτημα της ελληνικής πλευράς, η οποία κατόπιν των εξελίξεων στο ζήτημα της Πορτογαλίας και νοιώθοντας προφανώς εκτεθειμένη, θέτει επιτακτικά το ζήτημα νέων διευκολύνσεων με την έννοια της επιμήκυνσης του προγράμματος χρηματοδότησης, ευνοϊκότερο επιτόκιο και μια σειρά άλλων πιστωτικών ελαφρύνσεων, ώστε να μπορέσει να διαχειριστεί την κρίση.


Το βασικό όμως θέμα ήταν «τι θα μπορούσε να κάνει η ΕΕ και τι απαιτείται να πράξει η Ελλάδα, ώστε μια ήπια αναδιάρθρωση του χρέους να μην επηρεάσει την ευρωπαϊκή οικονομία και το κοινό νόμισμα». Προφανώς δεν συζητήθηκε η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη, καθώς, όπως έχουμε εξηγήσει παλαιότερα εμείς και χθες οι γερμανικές «πηγές» του Spiegel, αυτό το ζήτημα δεν υφίσταται ως τέτοιο. Αν η Ελλάδα επιλέξει να εγκαταλείψει την ευρωζώνη, θα πρέπει ουσιαστικά με το υπάρχον ευρωπαϊκό θεσμικό καθεστώς να εγκαταλείψει και την ΕΕ, δίχως μάλιστα επ’ αυτού να υπάρχουν ιδιαίτερες πρόνοιες και σχετική μεθοδολογία. Παρόλα αυτά, συμβούλους της γερμανικής και γαλλικής κυβέρνησης απασχολεί σοβαρά το ενδεχόμενο η «αναδιάρθρωση» να συνδυαστεί με μια ιδιαίτερη σχέση της Ελλάδας στην ευρωζώνη μέχρις ότου επιτύχει να επιστρέψει για δανεισμό στην χρηματαγορά. Αυτό το ζήτημα της «ειδικής σχέσης» δεν αντιμετωπίζεται με τους υπάρχοντες μηχανισμούς, ενώ επ’ αυτού εμφανίζεται αρνητική η ελληνική κυβέρνηση. Γερμανοί μάλιστα ισχυρίζονται ότι όταν έγινε νύξη στην ελληνική κυβέρνηση για το ενδεχόμενο μια «ειδικής, προσωρινής σχέσης» αυτή επισήμανε ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε η Ελλάδα να εξετάσει την έξοδό της από την ευρωζώνη. Μάλλον αυτό υπαινίσσεται το δημοσίευμα του Spiegel, που όμως το τοποθέτησε σε μια μάλλον αφαιρετική βάση.


Όπως όλα δείχνουν το αμέσως επόμενο διάστημα θα υπάρξουν επιμέρους διευθετήσεις, ώστε να διευκολυνθεί η διαδικασία της ήπιας αναδιάρθρωσης με τις μικρότερες δυνατές παρενέργειες στο ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η απόφαση της ουγγρικής προεδρίας για την καταρχήν απαγόρευση συναλλαγών ασφαλίστρων για κρατικά ομόλογα, τα περίφημα naked sovereign credit default swaps, από επενδυτές οι οποίοι δεν έχουν στην κατοχή τους τα αντίστοιχα ομόλογα, για τα οποία θέλουν να ασφαλιστούν. Το ζήτημα της κερδοσκοπίας σε περίπτωση «αναδιάρθρωσης» του ελληνικού χρέους, όμως, παρόλα αυτά δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά δίχως την παρέμβαση της ΕΚΤ, η οποία ισχυρίζεται ότι δεν είναι εξοπλισμένη με τη νομοθεσία που θα της επέτρεπε να παρέμβει. Έτσι, ενώ όλοι καταλήγουν ότι η «αναδιάρθρωση» είναι επιβεβλημένη, όσο προχωρούν βαθύτερα στην εξέταση διαφόρων σεναρίων διαπιστώνουν προβλήματα τα οποία το τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης δεν φαίνεται πρόθυμο ή ικανό να επωμιστεί αυτή την στιγμή. Αυτό με την σειρά του οδηγεί σε σκέψεις διαρκώς ηπιότερης αναδιάρθρωσης, η οποία όμως έτσι δεν φαίνεται ικανή να αντιμετωπίσει ριζικά το πρόβλημα χρέους της Ελλάδας, αλλά απλώς να δώσει στις αγορές μία αίσθηση βιωσιμότητας της εξυπηρέτησής του υπό την αιγίδα της Ένωσης.


«Πρέπει να βελτιώσουμε τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας με τις αγορές και ως προς αυτό απαιτείται ένα ευρωπαϊκό σχέδιο που θα υπερβαίνει την τεχνογνωσία του ΔΝΤ», μου είπε χθες στέλεχος του οικονομικού επιτελείου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που ασχολείται με το ζήτημα. Άρα επιταχύνονται οι διαδικασίες ώστε να υπάρξει μία ευρωπαϊκή απάντηση στην κρίση χρέους της ευρωζώνης πριν από το καλοκαίρι. Αξίζει να προσθέσω ότι όλες αυτές οι «ανησυχίες» στα κέντρα αποφάσεων της ΕΕ κινούνται σε τρία επίπεδα, επιδιώκοντας:


1. οι όποιες αναταράξεις, κυρίως στο τραπεζικό σύστημα, από μία ήπια αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, να μπορούν να ελεγχθούν σύντομα και αποτελεσματικά από την ευρωζώνη.


2. να μην πληγεί ανεπανόρθωτα το τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα, το οποίο, όμως, θα πρέπει ως αντάλλαγμα να ενταχθεί σε ένα μνημόνιο, τμήμα ενός νέου μνημονίου που θα προταθεί στην χώρα.


3. να εγκαταλειφθεί σιωπηρά η θεραπεία-σοκ του ΔΝΤ και αντ’ αυτής να υπάρξει δέσμευση των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων στην χώρα ότι θα ακολουθηθεί με συνέπεια ένα μακροχρόνιο πρόγραμμα λιτότητας και αναδιοργάνωσης του δημόσιου τομέα και της αγοράς που ουσιαστικά θα συμπίπτει με την επέκταση του δανείου της τρόικας.


Προφανώς όλες αυτές οι «ανησυχίες» και εξελίξεις δεν μπορεί παρά να επιταχύνουν και τις διαδικασίες μετεξέλιξης του πολιτικού συστήματος στη χώρα.

πηγη:Article Author: Δημήτρης Γιαννακόπουλος, διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, ειδικός σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης στην Ευρασία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου